Η Πόλη των Βαμπίρ – απόσπασμα

«Συνεχίστε να περπατάτε», είπε η φωνή μέσα από το φέρετρο.

Περπατούσαν. Υπάρχει τίποτα πιο μαύρο και πιο ερεβώδες από την νύχτα; Ένα παγερό σκοτάδι είχε πέσει ολόγυρα τους, σαν νεκροσέντονο. Εδώ και πολλή ώρα, κάθε εξωτερικός θόρυβος είχε σβήσει. Η φύση δεν ανέπνεε πλέον. Μέσα σε τούτη τη νεκρική σιγή, η φωνή που ακουγόταν μέσα από το φέρετρο τους είπε: Σταματήστε.

Υπάκουσαν και αμέσως ένας παράξενος ήχος ανάβλυσε ολόγυρά τους, δονώντας την ατμόσφαιρα· ήταν ο ήχος μιας καμπάνας, πολύ ισχυρός, αλλά διαυγής και καθάριος σαν μια νότα αρμονίας, που σήμαινε τελετουργικά την εικοστή τρίτη ώρα. Στον εικοστό τρίτο χτύπο, το σκοτάδι σκίστηκε σαν αραχνοΰφαντο πέπλο και πρόβαλε ο Τύμβος. Οι σύντροφοί μας βρίσκονταν κατά μεσής της Πόλης των Βαμπίρ.

Βρείτε το εδώ