Το Τικ – απόσπασμα

“Μόνο δύο εμφανίστηκαν, αλλά ήταν στ΄αλήθεια παράξενοι: ένας άντρας και μια γυναίκα, πατέρας και κόρη. Μου θύμισαν αμέσως ήρωες του Έντγκαρ Πόου·
υπήρχε σε αυτούς μια γοητεία, η γοητεία των σημαδεμένων από τη δυστυχία. Φάνταζαν στα μάτια μου ως θύματα της μοίρας. Ο άντρας ήταν πολύ ψηλός, αδύνατος και ελαφρώς κυρτωμένος με εντελώς άσπρα μαλλιά, πολύ λευκά σε σχέση με τη συγκριτικά νεανική φυσιογνωμία του·
και υπήρχε στη στάση του και την έκφρασή του αυτή η χαρακτηριστική αυστηρότητα των Προτεσταντών. Η κόρη, γύρω στα είκοσι τέσσερα με είκοσι πέντε, ήταν μικροκαμωμένη και επίσης πολύ αδύνατη, πολύ χλομή, κι έμοιαζε εξαντλημένη από μια μόνιμη κόπωση. Συναντάμε από καιρό σε καιρό τέτοιους ανθρώπους που μοιάζουν πολύ αδύναμοι για τις υποχρεώσεις και τις ανάγκες της καθημερινής ζωής· πολύ αδύναμοι για να μετακινηθούν, να περπατήσουν, να κάνουν όλα όσα κάνουμε κάθε μέρα. Ήταν μάλλον όμορφη αυτή η νεαρή, με τη διάφανη ομορφιά μιας οπτασίας. Και έτρωγε εξαιρετικά αργά, λες και ήταν σχεδόν ανίκανη να κουνήσει τα χέρια της”.

Μετάφραση Αγγέλα Γαβρίλη

Βρείτε το εδώ